Η Μπέρμιγχαμ ανακοίνωσε την ανέγερση ενός νέου υπερσύγχρονου σταδίου, που μοιάζει να θυσιάζει μία ακόμη ιστορική έδρα στο βωμό του κέρδους και της διάκρισης.
Η είδηση με έφερε λίγο προ εκπλήξεως. Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε αγγλικές ομάδες να απαρνούνται τις ιστορικές τους έδρες, και το Σεντ Άντριους της Μπέρμιγχαμ Σίτι δεν είναι κάποιος παγκόσμια φημισμένος ποδοσφαιρικός ναός που δε θα τολμούσε κανείς να πειράξει. Παραμένει όμως μία κλασική αγγλική έδρα μίας εξαιρετικά ιστορικής ομάδας, στα εξόχως ποδοσφαιρικα Μίντλαντς. Ανακαινισμένο το 2023, στο πρόσφατο επεισόδιο των Pub Tales φαίνεται όλα να λειτουργούν μια χαρά. Γιατί μία ομάδα της Τσάμπιονσιπ, 15 χρόνια απούσα από την Πρέμιερ Λιγκ, νιώθει την ανάγκη να ακολουθήσει τη μόδα των νέων γηπέδων-διαστημοπλοίων, με υπερδιπλάσια χωρητικότητα; Κι ακόμη περισσότερο, γιατί φαίνεται ο κόσμος της τόσο ανυπόμονος;
Σιγά σιγά, το τοπίο ξεκαθαρίζει. Όπως είχαμε δει λίγους μήνες νωρίτερα, το 2023 η Μπέρμιγχαμ έγινε κι αυτή κρούσμα του φαινομένου των υπερπόντιων εξαγορών. Στα μόλις δύο χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, η ομάδα έσπασε κάθε (οικονομικό κι ηθικό) ρεκόρ μεταγραφών στη League One, κι έτσι σχεδόν νομοτελειακά έσπασε και κάθε ρεκόρ πόντων, σε όλες τις αγγλικές κατηγορίες, ανεξαρτήτως έτους: σε 46 αγώνες κι ένα θεωρητικό ταβάνι 138 βαθμών, έκανε δικούς της τους 111.
Μπορεί να μην πάρουν κατευθείαν σβάρνα και τη Τσάμπιονσιπ (στην 7η θέση αυτήν τη στιγμή), όμως των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν, κι επειδή όπως η Ρώμη, τα γήπεδα δεν χτίζονται σε μία μέρα, η διοίκηση ετοιμάζει τις επόμενες μέρες του συλλόγου, με την πιο ηχηρή τους κίνηση, μέχρι την επόμενη: ένα γήπεδο προδιαγραφών του υψηλότατου επιπέδου. Ακολουθούν σκόρπιες σκέψεις για ένα όλο και πιο έντονο φαινόμενο, με την (αποκλειστική για εμάς κι εσάς) συνδρομή του Ντέιβιντ Πράουντλαβ, συγγραφέα των βιβλίων When the Circus Leaves Town: What Happens When Football Leaves Home και Work and Play: The Industrial Roots of English Football.
Η 20η Νοεμβρίου 2025 θα μείνει για καιρό στην μνήμη των φίλων της Μπέρμιγχαμ, τουλάχιστον μέχρι όσα είδαν στην οθόνη να πάρουν σάρκα και οστά. Στα έξι λεπτά της ανακοίνωσης και μέσα από διάφορες τοποθεσίες και προσωπικότητες της ομάδας και της κοινότητας παίρνουμε μία πρώτη εικόνα γεμάτη υποσχέσεις που χτίζει με επιτυχία το hype για το μέλλον των «Μπλε».
Όσα περισσότερα διαβάζω και βλέπω για αυτή την αλλαγή, τόσα περισσότερα ερωτήματα δημιουργούνται. Ας ξεκινήσουμε από τα θετικά: ενώ πλέον είναι σχεδόν αδύνατο να καταλάβεις ποιας ομάδας είναι κάθε νεόδμητο γήπεδο κοιτώντας το απ’ έξω (ή κι από μέσα), η Μπέρμιγχαμ φροντίζει να ξεχωρίσει. Δώδεκα πανύψηλα φουγάρα, ορατά από σαράντα μίλια μακριά, δεσπόζουν στην περίμετρο της μακέτας σαν φόρος τιμής στο βιομηχανικό παρελθόν της πόλης, προδίδοντας αμέσως την ταυτότητα του σταδίου (μία μάλλον φαλλική επιλογή, thanks for the picture Mr. Proudlove).
Στον σχεδιασμό εμπλέκονται άτομα που όντως ενδιαφέρονται για τον σύλλογο – ένας εξ αυτών και ο Στίβεν Νάιτ, ντόπιος Brummie, πιστός φίλος της ομάδας και υπαίτιος της αναγνωρισιμότητας που κέρδισε από το 2013 η τοπική αισθητική των αρχών του προηγούμενου αιώνα (με άλλα λόγια, δημιούργησε το Peaky Blinders). Επίσης, όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, το κοινό της ομάδας φαίνεται πως ανταποκρίνεται ιδιαίτερα θετικά στην προοπτική, κι επίσης όσο ψάξαμε, δεν βρήκαμε κάποια αναφορά για χρησιμοποίηση δημόσιου χρήματος για την ανέγερση των εγκαταστάσεων (2,4 δις έχουν δεσμευτεί για την αναβάθμιση του συγκοινωνιακού δικτύου της περιοχής, όχι για το γήπεδο καθαυτό).
Η προγραμματισμένη χωρητικότητα των 62.000 θέσεων, υπερδιπλάσια του Σεντ Άντριους, δείχνει υπέρμετρη φιλοδοξία. Χάρη στη νέα ιδιοκτησία, τις τελευταίες δύο σεζόν η Μπέρμιγχαμ γεμίζει σταθερά την προς ώρας έδρα της, κι υπάρχει και σειρά αναμονής για εισιτήρια διαρκείας. Με τέτοια αναβάθμιση όμως, η ομάδα θα αποκτήσει το πέμπτο μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό γήπεδο στην Αγγλία, κι αν βγάλουμε εκτός το Γουέμπλεϊ, θα γίνει ο σύλλογος με την τέταρτη μεγαλύτερη φυσική έδρα!

Όλα αυτά γίνονται ακόμη πιο εντυπωσιακά παίρνοντας υπόψιν τη γεωγραφική της πραγματικότητα: βρίσκεται στο Μπέρμιγχαμ, όπου κουβαλά τη ρετσινιά της «δεύτερης ομάδας» πίσω από την Άστον Βίλα, και σε απόσταση αναπνοής παίρνουν το δικό τους μερίδιο οπαδών ιστορικότατες ομάδες, όπως η Γουλβς, η Γουέστ Μπρομ και η Κόβεντρι. Το Μπέρμιγχαμ βέβαια παραμένει η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Αγγλίας, και μικρότερα αστικά κέντρα της χώρα όπως το Μάντσεστερ, το Λίβερπουλ και η Γλασκώβη υποστηρίζουν δύο μεγάλους συλλόγους έκαστο, οπότε υπάρχει η αισιοδοξία πως η Μπέρμιγχαμ μπορεί να μαζέψει 60.000 φιλάθλους, για πρώτη φορά μετά τη δεκαετία του 1930.
Θα λέγαμε ακόμα πως είναι ίσως και παραπλανητικό να μιλάμε… απλά για ένα νέο γήπεδο, που ίσως και να είναι το κερασάκι της τούρτας. Ο Τομ Μπρέιντι, θρύλος του αμερικανικού ποδοσφαίρου και μέτοχος του συλλόγου από το 2023, είχε εντυπωσιαστεί βλέποντας τις εγκαταστάσεις της Μάντσεστερ Σίτι στο «Etihad Campus» κι αποφάσισε να σχεδιάσει το αθλητικό κέντρο της Μπέρμιγχαμ καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του, αλλά ακόμη μεγαλύτερο.

Έτσι, το «Powerhouse» θα είναι μόνο ένα κομμάτι ενός οικοπέδου πάνω από 130 στρεμμάτων, ενώ της Σίτι σταματάει στα 80. Στον υπόλοιπο χώρο θα υπάρχει ένα δευτερεύον γήπεδο 10.000 θέσεων για τη γυναικεία ομάδα κι άλλη μία εσωτερική αρένα 18.000 θέσεων, μαζί με τις «δεδομένες» παρουσίες προπονητικών εγκαταστάσεων, ακαδημιών κι ένα υπόλοιπο 275.000 τετραγωνικών μέτρων για ξενοδοχεία, εμπορικά κέντρα, εστίαση κι εργασιακούς χώρους. Μιλάμε δηλαδή για ένα μικρό αστικό κέντρο όπου η φιλοξενία των «Μπλε» είναι μόλις ένα από τα πολλά πράγματα που θα συμβαίνουν τακτικά. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Σάιμον Ίνκλις, ιστορικό ποδοσφαιρικής αρχιτεκτονικής και μέλος Συμβουλίων για την ασφάλεια στα γήπεδα στα 90s: «Μια σειρά από διεθνή στάδια μας έχουν φέρει σε μια κατάσταση όπου ένα γήπεδο μπορεί πλέον να έχει την εμπορική δύναμη ενός καθεδρικού ναού».
Ακόμα κι αποκλειστικά για το κύριο γήπεδο, στο βίντεο έγινε ρητή αναφορά σε μουσικές συναυλίες (το Βίλα Παρκ ήταν μάλλον πολύ μικρό για ένα σωστό αντίο στους Black Sabbath) αλλά και το NFL, στα χνάρια της Τότεναμ στο Λονδίνο, όπου η διοργάνωση ξεπουλάει μόνιμα απ’ όταν πρωτοπήγε το 2007. Όλα τα παραπάνω όμως ακολουθούν έναν επιχειρηματικό τρόπο σκέψης, που κατά κανόνα είναι εκ διαμέτρου αντίθετος με το συμφέρον του φίλαθλου κόσμου. Τα επιχειρήματα αυτά προσκαλούν τους οπαδούς στο λογιστήριο της διοίκησης και τους λένε: «Λοιπόν, οι διακρίσεις απαιτούν έσοδα, και να πως θα τα βρούμε». Είναι όμως όλα αυτά προς το συμφέρον του κόσμου που του αποτίουν φόρο τιμής με τα φουγάρα;
Μία διαφορετική ανάγνωση της κατάστασης θα μιλούσε για άλλο ένα παράδειγμα gentrification, ή εξευγενοποίησης, στο αγγλικό ποδόσφαιρο. Μέσα στη τελευταία δεκαετία μόνο, έχουν χαθεί γήπεδα-ορόσημα στην ιστορία του εθνικού σπορ των Άγγλων, όπως το Γουάιτ Χαρτ Λέιν και το Άπτον Παρκ. Παρότι η Έβερτον επίσης μετακόμισε, το Γκούντισον Παρκ συνεχίζει να χρησιμοποιείται από τη γυναικεία ομάδα και η διάσημη αεροφωτογραφία του πάρκου του Στάνλεϊ συνεχίζει να ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα. Ακόμα και η Φούλαμ, που ναι μεν παραμένει στο Κρέιβεν Κότατζ, ο μοναδικός χαρακτήρας του, ως παλιό βασιλικό εξοχικό «αποδυναμώθηκε» με την μοντέρνα, γυάλινη ανακατασκευή της riverside κερκίδας.
Αν όλοι οι λόγοι να μη μετακομίζουν οι ομάδες έπρεπε να συμπυκνωθούν σε μία πρόταση, είναι μία που μάλλον θα έβρισκε σύμφωνο και τον πιο ένθερμο υποστηρικτή του νέου γηπέδου: χάνεται μία, άλλη μία, παραδοσιακή αγγλική έδρα. Η Αγγλία είναι ίσως η χώρα που αγκαλιάζει το ποδοσφαιρικό παρελθόν της όσο καμία άλλη, και βρίσκει τρόπους να συνδέει ένα πολύ μακρινό τότε, με το πολύ διαφορετικό τώρα (μία βόλτα στο Εθνικό Μουσείο Ποδοσφαίρου στο Μάντσεστερ θα σας πείσει). Το Σεντ Άντριους δεν σχεδιάστηκε από τον Άρτσιμπάλντ Λιτς, δεν διαφέρει ωστόσο από το στυλ που αυτός ο μεγάλος Σκοτσέζος αρχιτέκτονας καθιέρωσε στο Νησί μέσα από τα σχέδιά του σε δεκάδες γήπεδα, ναούς του αθλήματος, μέχρι και σήμερα: ορθογώνια, τετραγωνική κατασκευή με μεταλλικούς σκελετούς και σπαστές στέγες και κερκίδες κολλητά στον αγωνιστικό χώρο. Αντιμετώπισε τραγωδίες και δυστυχήματα στις κατασκευές του, ωστόσο κατάφερε να αναδειχθεί στην πιο σημαντική φιγούρα του χώρου.
Η δουλειά του δεν θεωρούνταν απαραίτητα «οπτικά ελκυστική» απ’ όλους, ταυτόχρονα όμως δεν χρειαζόταν. Ο Ίνγκλις είχε γράψει εκείνη την εποχή: «εκτός από την κεντρική κερκίδα στο Βίλα Παρκ, δεν έβλεπα καμία αξιοσημείωτη αρχιτεκτονική. Υπήρχαν μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία εδώ και εκεί, όπως η νέα κερκίδα στο Κόβεντρι. Αλλά, συνολικά, έβλεπες αρχιτεκτονική που έδειχνε παραμέληση, ευκολία και λιτότητα. Πολύ λίγα πράγματα για να απολαύσεις οπτικά, αλλά με κάποιο τρόπο, μόλις έμπαινες σε αυτά τα γήπεδα, μεταφερόσουν σε έναν διαφορετικό κόσμο».
It’s less about the architecture of the stadium and more about the people who fill it.
(Mark Waldon, London Fields, 2021)
Ο Λιτς έζησε μέσα από την κληρονομιά του για αρκετές δεκαετίες μετά τον θάνατό του, μέχρι να αρχίσει να αμφισβητείται ξανά στην πολυτάραχη δεκαετία του 1980. Όταν εμφανίστηκε η Taylor Report, πολλοί σύλλογοι αναγκάστηκαν να αφήσουν για λόγους ασφαλείας τις ιστορικές τους έδρες, σταθερές στην ταυτότητα της κάθε ομάδας, αναπόφευκτα αλλάζοντάς την. Πριν καν την αλλαγή του μιλένιουμ, η Μίλγουολ έφυγε από το παλιό Ντεν, η Χάντερσφιλντ από το Λιντς Ρόουντ, η Μπόλτον από το Μπέρντεν Παρκ, η Στόουκ από το λίγο πιο υστερόφημο Βικτόρια Γκράουντ, η Ντέρμπι από το Μπέιζμπολ Γκράουντ, η Μίντλεσμπρο από το Έιρσαμ Παρκ, η Σάντερλαντ από το Ρόκερ Παρκ, η Ρέντινγκ από το Ελμ Παρκ, η Γουίγκαν από το Σπρίνγκφιλντ Παρκ, και πάει λέγοντας.
Φυσικά, δεν λέμε πως τα γήπεδα αυτά θα έπρεπε να συνεχίσουν να λειτουργούν και μετά την ημερομηνία λήξης τους με εκπτώσεις στην ασφάλεια, ωστόσο κρίνουμε εξαιρετικά στενάχωρο πως έδρες που στέγαζαν ομάδες που γνωρίζουμε όλοι ίσως και για έναν αιώνα, είναι πλέον παραδομένες στη λήθη του ευρύτερου κοινού, αντικατεστημένες από γήπεδα που μόνο αμυδρά θυμίζουν τι προϋπήρχε στη θέση τους.
Σήμερα, πάνω από τρεις δεκαετίες μετά την Taylor Report και την τελευταία γηπεδική τραγωδία του Νησιού (Χίλσμπορο), τα γήπεδα συνεχίζουν να παλιώνουν και να δείχνουν την ηλικία τους, ωστόσο η ασφάλεια τείνει πια να είναι δευτερεύουσα αιτία μετακόμισης, αφού η εμπορική δύναμη και κοινωνική αποδοχή του αθλήματος είναι που οδηγούν την κούρσα. Είναι συγκλονιστική η αλλαγή του στάτους που έχει καταφέρει το ποδόσφαιρο στην κοινωνία: στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990 στην Ιταλία, τα «Τρία Λιοντάρια» διέμεναν στο νησί της Σαρδηνίας για να αποφύγουν προβλήματα χουλιγκανισμού. Σήμερα, πολιτικά πρόσωπα δηλώνουν περήφανα σε ποιον σύλλογο διατηρούν εισιτήριο διαρκείας, πεπεισμένοι πως είναι μία επικοινωνιακή κίνηση που βοηθάει την εικόνα τους.

Δεν είναι όλοι οι λόγοι μετακόμισης εμπορικής φύσεως, για παράδειγμα υπάρχει το επιχείρημα της δυσκολίας πρόσβασης, ωστόσο το «modern football» εξελίσσεται καθημερινά και η λογική «αν θέλεις να πετύχεις, πρέπει να έχεις φανταχτερό, μεγάλο γήπεδο» έρχεται πακέτο. Να έχεις όχι μόνο καλές προπονητικές εγκαταστάσεις, εκτενές τμήμα σκάουτινγκ και ανάλυσης δεδομένων, αλλά και κερκίδες με θερμαινόμενα καθίσματα, απροβλημάτιστο Wi-Fi, πολλαπλά μπαρ σε κάθε θύρα, τουαλέτες… ντάξει, αυτό καλό είναι να υπάρχει παντού. Γήπεδα πιο «οπισθοδρομικά» παρουσιάζονται ως προβληματικά, όπως έμαθε η Λούτον τη χρονιά που έπαιξε στην Πρέμιερ Λιγκ. Κι αυτή με τη σειρά της θα πακετάρει τα πράγματά της για άλλες πολιτείες το 2028. Υπάρχουν και μερικές, τουλάχιστον προσωρινές εξαιρέσεις: ο Πράουντλαβ μας θυμίζει πως, παρά τις αλλεπάλληλες φορές που μας απασχόλησε η Ρέξαμ και οι Χολιγουντιανοί αστέρες της, δεν υπάρχει κανένα σχέδιο να αφήσει το πάνω από δύο αιώνων Ρέισκορς Γκράουντ.
Η λογική πίσω από την δημιουργία νέου γηπέδου δεν είναι μόνο η άνεση, αλλά και το αυξημένο εισόδημα που θα έρθει μαζί της. Κέντρα σαν αυτό που περιγράψαμε χρεώνουν premium υπηρεσίες με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, και τα έσοδα για την ιδιοκτησία συνδέονται άμεσα με το ευ ζην του συλλόγου. Είναι μια πλήρως κατανοητή, επιχειρηματική απόφαση, που με έναν αποκαρδιωτικό τρόπο, καταφέρνει να λυγίσει έδρες που επιβίωσαν δύο παγκόσμιους πολέμους, οικονομικά κραχ, κοινωνικές κρίσεις, τέσσερις ή και περισσότερες γενιές φιλάθλων.
Σε μία εποχή που κάθε ευρώ (ή λίρα να θέλετε) που δεν μπαίνει στο πορτοφόλι είναι απλά μία χαμένη ευκαιρία, γήπεδα, που φορούν την ηλικία τους σαν παράσημο, βλέπουν αυτό ακριβώς να στρέφεται εναντίον τους τη στιγμή που εμφανίζονται ελπίδες για διάκριση. Σε αντίθεση με τις αεροπορικές, που βγάζουν περισσότερα χρήματα από τις business θέσεις παρότι είναι λιγότερες από τις economy, εδώ ένα νέο γήπεδο προσφέρει και υψηλότερη τιμολόγηση, και μεγαλύτερο αριθμό θέσεων. Το αν, δεδομένα, κατά τη διάρκεια αποκλείεται οικονομικά η μερίδα των οπαδών που τιμάς με τα εργοστασιακά φουγάρα είναι κάτι που γρήγορα ξεχνιέται, κι εφόσον δεν έρχεται κάποιο εντός έδρας παιχνίδι με γερμανική ομάδα, σπάνια γίνεται θέμα συζήτησης. Θα λέγαμε πως μία θετική παρενέργεια του φαινομένου είναι ο κόσμος που απομακρύνεται από αυτό το επίπεδο και αρχίζει να ακολουθεί έναν non-league σύλλογο της περιοχής του.
Είναι δηλαδή η μετακόμιση μακριά από το Σεντ Άντριους η επιτομή των παραπάνω, μία αχρείαστη κίνηση με γνώμονα αποκλειστικά το κέρδος, σε ένα fanbase που τυφλώθηκε από την αίγλη της μακέτας και την προσμονή διακρίσεων; Όχι αποκλειστικά, όχι απαραίτητα. Είδαμε online φίλους της Μπέρμιγχαμ να μιλάνε για τα προβλήματα που έχει το γήπεδο στο 2025, ακόμη και μετά τη πρόσφατη ανακαίνιση. Τα σχόλια ανέφεραν πως η ανακαίνιση αφορούσε μάλλον βασικές, αναγκαίες επιδιορθώσεις, και πως ακόμη υπάρχουν διαρροές σε πολλαπλά σημεία του σταδίου ή ακόμα και τουαλέτες χωρίς νερό. Στις μέρες με αγώνα το μποτιλιάρισμα είναι τραγικό, η συγκοινωνία ανεπαρκής, η πρόσβαση σε φιλάθλους ΑμεΑ προβληματική κι η επιλογή επέκτασης αδύνατη, λόγω των γύρω κατοικιών. Όλοι θεμιτοί λόγοι.
Όλα τα στοιχεία συνηγορούν πως σύντομα θα έχουμε άλλος έναν «άξιο» μνηστήρα για τη δόξα που προσφέρει η κορυφή της Πρέμιερ Λιγκ, πρόθυμο να δοκιμάσει κι αυτός τα ανώτατα όρια σε μεταγραφές και μισθούς. Έχουμε μπροστά μας ένα είδος φτιαχτής ανοδικής κινητικότητας γιατί γίνεται όλο και δυσκολότερο να υπάρξει οποιαδήποτε άλλη. Το ολοένα κι αυξανόμενο χάσμα μεταξύ των ομάδων προκαλεί ενός είδους απόγνωση σε αυτούς που μένουν πίσω, μία λαχτάρα να αποκτήσουν κι αυτοί το δικό τους «cheat code», να έρθει και σε αυτούς ο δισεκατομμυριούχος «ιππότης» στο άσπρο άλογο που μεγαλόκαρδα θα τους φέρει ξανά στην επιφάνεια, που θα τους κάνει να ονειρεύονται τρόπαια, και που, παρά φύσιν, θα τους κάνει να σκέφτονται σαν λογιστές που ψάχνουν πηγές εσόδων. Τον ίδιο τρόπο σκέψης βρίσκουμε κι εντός των συνόρων μας.
Κι είναι ακριβώς σε αυτό το σημείο που νιώθω μία βαθιά αντίφαση στη δική μου θέση. Είμαι εξαιρετικά σκεπτικός όταν αγγλικές ομάδες θέλουν να αντικαταστήσουν τα ιστορικά τους γήπεδα, ωστόσο περιμένω πως και πως η ελληνική μου ομάδα να χτίσει το νέο της γήπεδο (για να μη μιλήσω πως ένα νέο στάδιο με το όνομά μου είναι σχεδόν αυτοσκοπός στο Football Manager). Νιώθω πως οι Άγγλοι οπαδοί που ονειρεύονται νέο γήπεδο είναι άκαρδοι και τυχοδιώκτες, εγώ όμως ξέρω πως ταυτόχρονα αγαπώ την νυν έδρα της ομάδας μου, αλλά επίσης πιστεύω πως έχει ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής της.

Είναι σαν να κοιτάω τους αγγλικούς συλλόγους σαν «ζωντανά μουσειακά εκθέματα», κειμήλια που μας συνδέουν με μια διαφορετική εποχή, παρά σαν πραγματικά «ζωντανούς» οργανισμούς που ταυτόχρονα αντανακλούν την πραγματικότητα της εποχής τους και συμβάλλουν στο να την κατευθύνουν. Αυτή η συνειδητοποίηση δεν χρειάζεται να κάνει λιγότερο στενάχωρη την αντικατάσταση ιστορικών εδρών στην Αγγλία ή αλλού (βλ. Σαν Σίρο στο Μιλάνο), μπορεί όμως να προσφέρει μία πιο ολιστική οπτική για το πως είναι το ποδόσφαιρο που θέλουμε σήμερα ως φίλαθλοι και οπαδοί, σε μία εποχή άγριας δύσης κι ακραίας εξάρτησης από τις ορέξεις και τα πορτοφόλια ανθρώπων με μεγαλύτερο πλούτο απ’ ότι έχει γνωρίσει ποτέ ο χώρος του επαγγελματικού αθλητισμού.
Παρακολουθούμε από απόσταση αλλαγές που ελάχιστα έως καθόλου μας επηρεάζουν πραγματικά. Στην Αγγλία όμως, που είναι σχεδόν δεδομένο πως ακόμη και άσημοι σύλλογοι διατηρούν μουσείο ιστορίας χωρίς κανείς να τους κοροϊδεύει για την παλαιότητα ή την έλλειψη των τίτλων τους, το παρελθόν μίας ομάδας δύσκολα πέφτει σε λήθη. Με τα λόγια ενός απ’ τους οπαδούς: «Θα λυπηθώ που θα χαθεί [το Σεντ Άντριους], αλλά δυστυχώς πρέπει να γίνει. Το γεγονός ότι θα κατεδαφιστεί με κάνει να νιώθω απίστευτα λυπημένος – όλες αυτές οι αναμνήσεις, η ατμόσφαιρα και οι αμέτρητες γενιές των κατοίκων του Μπέρμιγχαμ που έχουν παρακολουθήσει αγώνες εκεί. Μακάρι να μπορούσαν να το επισκευάσουν και να το δώσουν στην γυναικεία ομάδα και στην Κ-21».
Με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, η ιστορία ζει ακόμη. Από τη μία μεριά, φίλοι της Γουέστ Χαμ θρηνούν μέχρι και σήμερα την ατμόσφαιρα του Άπτον Παρκ και τις συνέπειες της μετακόμισης το 2016. Περιπτώσεις όπως της Τότεναμ φέρουν έναν πιο αθώο χαρακτήρα νοσταλγίας, το ίδιο και μετακομίσεις που βρίσκονται πλέον δεκαετίες πίσω, όπως της Μάντσεστερ Σίτι από το Μέιν Ρόουντ, της Σαουθάμπτον από το Ντελ, της Μπράιτον από το Γκολντστόουν Γκράουντ, της ταπεινής (δικής μου) Κόλτσεστερ από το Λέιερ Ρόουντ. Άρθρα σαν αυτό προσεγγίζουν πιο σφαιρικά το θέμα, άλλα το μετατρέπουν σε κουίζ κι άλλα δημιουργούν ένα μικρό φωτογραφικό αρχείο. Η Άρσεναλ μόλις φέτος τίμησε το Χάιμπουρι με την τρίτη φανέλα της. Πιο πρόσφατα, το αντίο στο Γκούντισον Παρκ τον τελευταίο Μάιο ήταν ένα πολύωρο συναισθηματικό έπος, μία πνιγμένη στα μπλε ωδή στα 133 χρόνια όπου η παλαιότερη ομάδα του Λίβερπουλ επέστρεφε στο ίδιο σημείο για κάθε εντός έδρας παιχνίδι.
Ποιο είναι, λοιπόν, το τελικό συμπέρασμα; Δεν νομίζω πως υπάρχει κάποιο. Τα λεφτά που διοχετεύονται σε διάφορες ομάδες του Νησιού φαίνεται πως απλά προσφέρουν μία εύκολη λύση σε ένα πρόβλημα που κανένας δεν μπορεί να αποφεύγει για πάντα. Η κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, οι ανακαινίσεις έχουν τα όριά τους, και ο χώρος όπου χτίστηκε ένα γήπεδο το 1900 μπορεί κάλλιστα να είναι ακατάλληλος μετά από 125 χρόνια. Η ολική επανεφεύρεση του ποδοσφαίρου τη δεκαετία του 1990 οδήγησε πολλούς συλλόγους στην αλλαγή για λόγους ασφαλείας, κι η μέχρι σήμερα συνεχιζόμενη εμπορική επιτυχία της Πρέμιερ Λιγκ πείθει ολοένα και περισσότερες ομάδες να αλλάξουν σπίτι. Ρομαντικοί σαν κι εμένα δεν έχουν παρά να κατανοήσουν τους καιρούς, αλλά και να θυμηθούν πόσο διαφορετικά σκέφτονται όταν το νέο γήπεδο αφορά την ίδια τους την ομάδα.
Εδώ και καιρό η ιδιοκτησία έχει δηλώσει πως «δεν θα αυξήσει τις τιμές των εισιτηρίων» στο νέο γήπεδο. Πρόκειται για μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα υπόσχεση, που αντιβαίνει σε όσα παραδείγματα έχουμε δει μέχρι τώρα από ομάδες που απέκτησαν ένα νέο (και τα πιο πρόσφατα), λαμπερό σπίτι, ειδικά αν σκεφτούμε πως κάλλιστα μέχρι το 2030 η Μπέρμιγχαμ μπορεί να βρίσκεται στην Πρέμιερ Λιγκ. Αν όντως οι Αμερικανοί αποδείξουν έτσι πως δεν βλέπουν τους φιλάθλους περισσότερο σαν πελάτες απ’ οτιδήποτε άλλο, ίσως έχουμε την αρχή ενός πιο «ηθικού», κοινοτικοκεντρικού κινήματος στα υψηλά στρώματα του ομορφότερου αθλήματος στον κόσμο, στη χώρα που το γέννησε και το πονά όσο λίγες.
We wholeheartedly thank Mr. Proudlove for his contribution to the story


















