Η Λίβερπουλ αποτελεί την πιο πετυχημένη αγγλική ομάδα στην Ευρώπη, έχοντας στη συλλογή της έξι τίτλους Τσάμπιονς Λιγκ (ή προγενέστερα Κυπέλλου Πρωταθλητριών) σε μία πορεία που ξεκινά περισσότερο από 60 χρόνια πίσω.
Έξι φορές Πρωταθλήτρια Ευρώπης. Τρεις φορές νικήτρια του Κυπέλλου UEFA. Ένας σύλλογος-συνώνυμο της ευρωπαϊκής δόξας και των σπουδαίων βραδιών εκτός συνόρων. Όταν μιλάμε για ευρωπαϊκές διοργανώσεις και εμπειρίες, μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι η Λίβερπουλ τα έχει ζήσει όλα. Λίγες ομάδες στην ιστορία του ποδοσφαίρου έχουν τόσο πλούσια ευρωπαϊκή ιστορία όσο οι «Κόκκινοι». Από εκείνο το τρελό βράδυ στην Κωνσταντινούπολη, την επική νίκη στο Άνφιλντ επί της Σεντ Ετιέν το 1977, αλλά και την τραγωδία του Χέιζελ.
«Beatlemania» και Ποδοσφαιρική Επανάσταση
Όλα τα ταξίδια όμως ξεκινάνε από κάπου. Για τη Λίβερπουλ, το πρώτο αυτό ταξίδι προς το άγνωστο ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1964. Η Βρετανία είχε κυριευτεί τότε από από την «Beatlemania», καθώς η μουσική τετράδα από το Λίβερπουλ ήταν στα ξεκινήματα της πορείας της προς την κορυφή. Το Λίβερπουλ έμοιαζε τότε με το επίκεντρο της χώρας, υποβαθμίζοντας το Λονδίνο σε δευτερεύων ρόλο.
Κι αφού κυριαρχούσε στην ποπ σκηνή, δεν θα μπορούσε να συμβαίνει κάτι άλλο και στον ποδοσφαιρικό κόσμο. Το 1962, ο Μπιλ Σάνκλι οδήγησε τη Λίβερπουλ στην κατάκτηση της πρώτης θέσης στη Δεύτερη Κατηγορία, επαναφέροντας τη στα «μεγάλα σαλόνια» του αγγλικού ποδοσφαίρου. Το απίστευτο της όλης υπόθεσης είναι ότι, μόλις δύο χρόνια αργότερα (1964), οι «Κόκκινοι» κατέκτησαν και την κορυφή της Πρώτης Κατηγορίας, στο πρώτο τους πρωτάθλημα μετά το 1947. Πρωτεργάτες αυτής της πορείας ήταν οι Ρότζερ Χαντ, Ίαν Σεντ Τζον και Αλφ Άροουσμιθ, οι οποία σκόραραν από κοινού 92 γκολ εκείνη τη σεζόν!

Το επιστέγασμα αυτής της τεράστιας επιτυχίας ήταν η παρθενική συμμετοχή της Λίβερπουλ στην ευρωπαϊκή σκηνή. Μια θέση στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, το γνωστό σε όλους μας σήμερα Τσάμπιονς Λιγκ, απέναντι στην ελίτ της ευρωπαϊκής ηπείρου. Ήταν μια διοργάνωση η οποία τότε αποτελούνταν μόνο από τους πρωταθλητές των εγχώριων πρωταθλημάτων. Η μορφή της διοργάνωσης; Νοκ άουτ αγώνες από την αρχή μέχρι το τέλος. Είναι σχεδόν απίθανο, με βάση τα τωρινά δεδομένα, η Λίβερπουλ να προσεγγίζει μια ευρωπαϊκή διοργάνωση σαν κάτι το άγνωστο. Πρέπει όμως να θυμηθούμε ότι, πριν ο Σάνκλι κατακτήσει το πρωτάθλημα του 1964, ο σύλλογος βρισκόταν σε παρατεταμένο λήθαργο.
Οι πρώτες βρετανικές ομάδες που συστήθηκαν στο ευρωπαϊκό κοινό ήταν η Γουλβς, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, η Νταντί Γιουνάιτεντ και η Χιμπέρνιαν. Όσο αυτές οι ομάδες έπαιζαν απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης, την Μπαρτσελόνα και την Ίντερ, η Λίβερπουλ ήταν «βυθισμένη» στη δεύτερη τη τάξει κατηγορία, ταξιδεύοντας στις λιγότερο λαμπερές μητροπόλεις του Σκάνθορπ, του Πλίμουθ και του Ρόδεραμ. Όλα αυτά άλλαξαν μέσα σε τρεις σεζόν και ξαφνικά οι «Κόκκινοι» βρέθηκαν να ανταγωνίζονται μεγαθήρια της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Ρέικιαβικ: Το Πρώτο Ευρωπαϊκό Βήμα
Η διοργάνωση ξεκίνησε με έναν προκριματικό γύρο, ο οποίος περιελάμβανε επί της ουσίας τις 30 από τις 31 ομάδες που συμμετείχαν, εκτός της Ίντερ δηλαδή η οποία είχε κατακτήσει το θεσμό την προηγούμενη χρονιά. Στην κλήρωση που πραγματοποιήθηκε δεν υπήρχαν περιορισμοί, κάτι που σήμαινε ότι θεωρητικά η Λίβερπουλ θα μπορούσε να κληρωθεί με οποιαδήποτε ομάδα. Στην κληρωτίδα μπήκαν ομάδες-φόβητρα όπως η Ρεάλ του Πούσκας και η Μπενφίκα του Εουσέμπιο. Μια ενδεχόμενη κλήρωση μαζί τους θα σήμανε, κατά πάσα πιθανότητα, το τέλος της ευρωπαϊκής περιπέτειας των «Κόκκινων» πριν καν αρχίσει.

Η τύχη όμως ήταν με το μέρος τους, αφού θα έκαναν ευρωπαϊκό ντεμπούτο κόντρα στην πρωταθλήτρια Ισλανδίας την ΚΡ Ρέικιαβικ. Η ίδια μάλιστα ήταν η πρώτη ισλανδική ομάδα που συμμετείχε σε ευρωπαϊκή διοργάνωση, συνεπώς το να παίξει εκεί ομάδα άλλης χώρας ήταν κάτι πολύ ασυνήθιστο. Το να φτάσεις στην Ισλανδία τότε δεν ήταν καθόλου απλή υπόθεση. Σήμερα, εν έτει 2026, πιθανόν να υπάρχουν απευθείας πτήσεις από το Λίβερπουλ για το Ρέικιαβικ. Για να φτάσει, όμως, η ομάδα του Σάνκλι εκεί το 1964, έπρεπε να περάσει από τρία ακόμη βρετανικά αεροδρόμια (Μάντσεστερ, Λονδίνο, Πρέστγουικ) πριν καταλήξει στον προόρισμό της. Το φοβερό της υπόθεσης είναι ότι κάποιοι φίλοι των «Κόκκινων» πραγματοποίησαν το ίδιο ακριβώς δρομολόγιο για να βρεθούν δίπλα στην αγαπημένη τους ομάδα. Για κάποιους, με τη Λίβερπουλ να μην έχει ξανά συμμετάσχει σε ευρωπαϊκή διοργάνωση, ενδεχομένως να ήταν και το πρώτο τους ταξίδι εκτός Αγγλίας.
Έτσι λοιπόν, στις 17 Αυγούστου 1964, η Λίβερπουλ έδωσε τον πρώτο της αγώνα σε ευρωπαϊκή διοργάνωση στο Ρέικιαβικ, μπροστά σε 10.000 φιλάθλους. Η απειρία και το άγχος επηρέασε την ομάδα του Σάνκλι στο πρώτο ημίχρονο, καθώς μπήκε στα αποδυτήρια προηγούμενη μόλις με 1-0. Στο δεύτερο ημίχρονο ωστόσο, η σωματική κατάσταση και η εμπειρία των παικτών της υπερίσχυσε, με το παιχνίδι να λήγει με 5-0, χάρη στα τέρματα των Γουάλας, Χαντ και Τσίσναλ. Έναν μήνα αργότερα, ήταν η σειρά των Ισλανδών να κάνουν την αντίθετη διαδρομή. Η τύχη δεν ήταν με το μέρος τους, καθώς ηττήθηκαν και πάλι, αυτή τη φορά με 6-1. Η Λίβερπουλ, λοιπόν, είχε ξεπεράσει επιτυχώς το πρώτο «εμπόδιο» και στη διοργάνωση απέμεναν πια μόλις 16 ομάδες.
Πως «γεννήθηκε» η σημερινή εμφάνιση της Λίβερπουλ;
Η κλήρωση αυτή τη φορά δεν ήταν τόσο εύκολη, με τους «Κόκκινους» να πέφτουν πάνω στην πρωταθλήτρια Βελγίου, Άντερλεχτ. Μια ομάδα που μετέπειτα θα κατακτούσε τέσσερις συνεχόμενες φορές το εγχώριο πρωτάθλημα, ένα ρεκόρ που κρατάει μέχρι και σήμερα. Η Άντερλεχτ είχε ηγέτη της τον Πολ φαν Χιμστ, ο οποίος σε 16 χρόνια σκόραρε 233 γκολ σε 457 εμφανίσεις με τη φανέλα του συλλόγου. Η συγκεκριμένη ομάδα ήταν τόσο ισχυρή, που σε αγώνα του Βελγίου με την Ολλανδία το ίδιο έτος υπήρχαν δέκα (!) παίκτες της στην αρχική ενδεκάδα της εθνικής. Ο μόνος ποδοσφαιριστής στην ενδεκάδα που δεν αγωνιζόταν στην Άντερλεχτ ήταν ο τερματοφύλακας της Σταντάρ Λιέγης, Γκι Ντελάς Guy, ο οποίος αντικαταστάθηκε κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού από τον Ζαν-Μαρί Τραπενιέ. Και μαντέψτε! Ήταν κι αυτός ποδοσφαιριστής της Άντερλεχτ.

Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι η Λίβερπουλ είχε δύσκολο έργο μπροστά της. Πριν το παιχνίδι, ο Σάνκλι προχώρησε σε μια τολμηρή απόφαση. Ο σύλλογος αγωνιζόταν τότε παραδοσιακά με κόκκινες φανέλες και άσπρα σορτσάκια. Ο προπονητής της, όμως, αποφάσισε να ντυθούν οι ποδοσφαιριστές του με κόκκινα πάνω-κάτω. Ήθελε με αυτό τον τρόπο οι παίκτες του να φαίνονται πιο μεγαλόσωμοι και… τρομακτικοί. Έτσι λοιπόν γεννήθηκε η θρυλική εμφάνιση της Λίβερπουλ, την οποία φοράει μέχρι και σήμερα. Πέρα από αυτό, ο Άγγλος τεχνικός, σε μία προσπάθεια να περιορίσει τον Φαν Χιμστ, εμπιστεύτηκε για πρώτη φορά έναν νεαρό αμυντικό ονόματι Τόμι Σμιθ.
Το Πρώτο Μεγάλο Τεστ
Ο πρώτος αγώνας θα γινόταν στο Άνφιλντ στις 25 Νοεμβρίου 1964. Καθώς οι ποδοσφαιριστές της Λίβερπουλ έβγαιναν από τα αποδυτήρια, ο Σάνκλι τους έδωσε μια τελευταία ενθάρρυνση: «Δεν αντιμετωπίζουμε τίποτα δύσκολο σήμερα, είναι όλοι τους σκουπίδια». 90 λεπτά αργότερα, η Λίβερπουλ θα διέλυε την Άντερλεχτ με 3-0, με τα γκολ να πετυχαίνουν οι Σεντ Τζον, Χαντ και Γιτς. Μετά το τέλος του παιχνιδιού, ο Σάνκλι περίμενε τους ποδοσφαιριστές του στα αποδυτήρια, λέγοντας αυτήν τη φορά: «Συγχαρητήρια, μόλις κερδίσατε μια από τις καλύτερες ομάδες στην Ευρώπη».
Στον επαναληπτικό στις Βρυξέλλες, οι «Κόκκινοι» επικράτησαν ξανά, αυτή τη φορά με 1-0 και προκρίθηκαν πανηγυρικά στην προημιτελική φάση της διοργάνωσης, με το απόλυτο 4/4 μέχρι στιγμής. Τα πράγματα κυλούσαν ονειρικά. Το ξεσκαρτάρισμα, όμως, είχε γίνει και στη διοργάνωση έμεναν πλέον μόνο πολύ δυνατές ομάδες. Η τύχη χαμογέλασε ξανά στη Λίβερπουλ, που απέφυγε Ρεάλ, Μπενφίκα και Ίντερ. Οι δύο πρώτες κληρώθηκαν μεταξύ τους, οι Ιταλοί έπεσαν πάνω στη σκωτσέζικη Ρέιντζερς, ενώ για τους «Κόκκινους» έλαχε η Κολωνία, τότε πρωταθλήτρια Γερμανίας. Δεν ήταν σαφώς μία «τρομακτική» κλήρωση, αλλά και πάλι το επίπεδο δυσκολίας ήταν αρκετά υψηλό.
Πρόκριση με… ρίψη νομίσματος
Η Κολωνία είχε εξασφαλίσει τη συμμετοχή της στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, κατακτώντας τον πρώτο τίτλο στην ιστορία της έναν χρόνο νωρίτερα. Οι ομάδες είχαν δηλαδή παρόμοια μοίρα, αλλά όπως έδειξαν και τα αποτελέσματα παρόμοια δυναμικότητα. Το αρχικό 0-0 στη Γερμανία, επαναλήφθηκε και στο Άνφιλντ. 180 λεπτά ποδοσφαίρου δεν ήταν αρκετά για να χαρίσουν έστω ένα τέρμα, πόσω μάλλον να χωρίσουν τις δύο αντιπάλους. Η παράταση και τα πέναλτι δεν υπήρχαν τότε σαν έννοιες, συνεπώς η μοίρα του ζευγαριού θα κρινόταν σε ένα τρίτο παιχνίδι σε ουδέτερο έδαφος!

Έτσι λοιπόν, στις 25 Μαρτίου του 1965, συναντήθηκαν για μία τελευταία φορά στο Ντε Κάιπ, το γήπεδο της ολλανδικής Φέγενορντ. Οι «Κοκκινοι» προηγήθηκαν με 2-0 μόλις στο 37′ με τους Σεντ Τζον και Χαντ, ωστόσο οι Γερμανοί μείωσαν μόλις ένα λεπτό μετά. Το πρώτο ημίχρονο έληξε με 2-1 υπέρ των Άγγλων, ωστόσο η Κολωνία ισοφάρισε σε 2-2 λίγα λεπτά μετά την έναρξη του δεύτερου μέρους – σκορ που δεν άλλαξε μέχρι το τελικό σφύριγμα.
Πως αποφασίζεις, λοιπόν, τη μοίρα ενός ευρωπαϊκού προημιτελικού μετά από 270 λεπτά χωρίς νικητή; Το παιχνίδι έμελλε να κριθεί, βάσει του σχετικού κανονισμού (!), με τη ρίψη νομίσματος. Μπορεί να ακούγεται απίστευτο σήμερα, αλλά ένα τόσο σημαντικό παιχνίδι, που μεταδιδόταν ζωντανά στην τηλεόραση, θα έβγαζε νικητή άναλογα με την πλευρά που θα έσκαγε στο έδαφος ένα κέρμα. 48.000 φίλαθλοι παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα, περιμένοντας κάποιου είδους σήμα για να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Οι ποδοσφαιριστές του Σάνκλι ξεκίνησαν να πανηγυρίζουν και η Λίβερπουλ είχε προκριθεί έστω κι έτσι στα ημιτελικά.
Η «Μεγάλη» Ίντερ των Ερέρα και Ματσόλα
Στα ημιτελικά προκρίθηκαν επίσης η Ίντερ, η Μπενφίκα και η ΕΤΟ Γκιόρι, μια ουγγρική ομάδα που επίσης είχε κατακτήσει για πρώτη φορά στην ιστορία της το εγχώριο πρωτάθλημα. Σίγουρα αποτελούσε την ιδανική κλήρωση, αλλά η κληρωτίδα αυτήν τη φορά ήταν πιο κυνική κι έδειξε Ίντερ. Οι «Κόκκινοι» για να φτάσουν στον τελικό, έπρεπε να ξεπεράσουν το «εμπόδιο» των ποδοσφαιριστών του θρυλικού Ελένιο Ερέρα. Η «Μεγάλη» Ίντερ, όπως την αποκάλεσαν μετέπειτα, ήταν η προηγούμενη κάτοχος του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, έχοντας θριαμβεύσει στον τελικό με 3-1 επί της Ρεάλ Μαδρίτης.

Ο προπονητής της ήταν ίσως και ο πιο σεβαστός στον κόσμο. Ήταν αυτός που για πρώτη φορά παρέταξε ενδεκάδα με πέντε αμυντικούς, φτιάχνοντας πρακτικά τον ρόλο του λίμπερο. Με την ιδέα του αυτή, ανήγαγε το κατενάτσιο σε ένα είδος τέχνης. Το ρόστερ έσφυζε από ποιότητα: Σάρτι, Μπέργκνιχ, Φακέτι, Πίτσι, Κόρσο, Σουάρεζ, Ζαΐρ και φυσικά ο τρομερός Ματσόλα. Η πρωταθλήτρια Ιταλίας βάδιζε ολοταχώς για ένα ακόμη πρωτάθλημα, και το ίδιο σκόπευε να κάνει και στην Ευρώπη.
Πριν τα παιχνίδια με την Ίντερ, η Λίβερπουλ κατέκτησε το FA Cup απέναντι στη Λιντς, επικρατώντας με 2-1 (όλα τα γκολ επιτεύχθηκαν στην παράταση). Ακολούθησαν έξαλλοι πανηγυρισμοί, με την ομάδα να παρελαύνει με την κούπα στους δρόμους του Μέρσεϊσαϊντ. 250.000 φίλοι των «Κόκκινων» βρέθηκαν στη φιέστα, τραγουδώντας επιτυχίες των Beatles, δείχνοντας τη δυναμική ενός συλλόγου που διψούσε για περισσότερες επιτυχίες.
Η Αρχή των Θαυμάτων και η Ρεβάνς του Σαν Σίρο
Τρεις μέρες αργότερα, η Λίβερπουλ φιλοξένησε την Ίντερ στο Άνφιλντ. Το γήπεδο ήταν κατάμεστο, με 54.000 καταγεγραμμένους φιλάθλους να δίνουν το παρών. Η ατμόσφαιρα ήταν κολασμένη, όπως ομολόγησαν μετά το παιχνίδι ποδοσφαιριστές και των δύο ομάδων. Αυτό έσπρωξε τους «Κόκκινους» σε μια τεράστια νίκη με 3-1. Τα γκολ πέτυχαν οι Χαντ, Σεντ Τζον και Κάλαχαν για τους γηπεδούχους και ο Ματσόλα για τους φιλοξενούμενους.
Η μισή δουλειά είχε γίνει, η Λίβερπουλ είχε προβάδισμα δύο τερμάτων υπέρ της και οι Ιταλοί έπρεπε πια να βρουν γκολ, αντί να στηριχτούν στο αγαπημένο τους κατενάτσιο. Εκείνο το βράδυ στο Άνφιλντ μνημονεύεται μέχρι και σήμερα από τους φίλους των «Κόκκινων» ως μία από τις καλύτερες εμφανίσεις της ομάδας τους, αλλά και ως μία από τις πιο καυτές βραδιές στην ιστορική αγγλική έδρα.

Η ρεβάνς του Σαν Σίρο ωστόσο, μπροστά σε 76.000 φιλάθλους, δεν είχε αίσιο τέλος για τους παίκτες του Σάνκλι. Το ματς ξεκίνησε ιδανικά για τους Ιταλούς, αφού χρειάστηκαν μόλις οκτώ λεπτά για να σκοράρουν, χάρη σε αριστοτεχνική εκτέλεση φάουλ του Κόρσο. Πριν οι «Κόκκινοι» προλάβουν να συνέλθουν, μόλις ένα λεπτό αργότερα, ο Χοακίν Πεϊρό έφερε το (συνολικό) σκορ στα ίσια, με τη Λίβερπουλ να μοιάζει σχεδόν καταδικασμένη. Στο 62′, η Ίντερ χτύπησε ξανά με τον Φακέτι, με το παιχνίδι να ολοκληρώνεται με 3-0 υπέρ της τότε πρωταθλήτριας Ευρώπης.
Για πολλούς όμως, η νίκη δεν άνηκε αποκλειστικά στους Ιταλούς, αλλά και στον… Ισπανό διαιτητή, Χοσέ Μαρία Ορτίθ ντε Μεντιμπίλ. Οι αποφάσεις του καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα είχαν εξοργίσει τους «Κόκκινους», με τον Γιτς χαρακτηριστικά να τον κυνηγάει και να τον κλωτσάει μετά το σφύριγμα της λήξης. Η Ίντερ τότε είχε ως γραμματέα τον Αλόντι, που μετέπειτα καταδικάστηκε για στήσιμο αγώνων. Λέγεται μάλιστα, πως ο Αλόντι μαζί με τον Ούγγρο Σόλτι, αποπειράθηκαν να δωροδοκήσουν έναν διαιτητή το 1966, και ότι το ίδιο είχαν πράξει και δύο χρόνια νωρίτερα τάζοντας «αρκετά χρήματα για να αγοράσεις πέντε Mercedes».
Παρά τις όποιες αμφισβητησεις, η Ίντερ κατέκτησε και πάλι το Κύπελλο Πρωταθλητριών εκείνη τη χρονιά, επικρατώντας επί της Μπενφίκα στον τελικό. Η παρθενική συμμετοχή της Λίβερπουλ σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις τη σεζόν 1964/65 αποτέλεσε το έναυσμα για τη μετέπειτα κυριαρχία της στο ευρωπαϊκό προσκήνιο. Ακολούθησαν 20 συνεχόμενες συμμετοχές στην Ευρώπη, καθιερώνοντας τους «Κόκκινους» ως μια από τις πλέον παραδοσιακές ευρωπαϊκές δυνάμεις.
Και να σκεφτείτε πως όλα ξεκίνησαν από μια πορεία που περιελάμβανε ένα ταξίδι στην αχαρτογράφητη τότε Ισλανδία, μια πρόκριση έπειτα από ρίψη νομίσματος και μια από τις σπουδαιότερες βραδιές στην ιστορία του Άνφιλντ…


















