Αρκετά χρόνια μετά τους Μάθιους και Τσάρλτον, ο Κέβιν Κίγκαν κατέκτησε -δις- τη Χρυσή Μπάλα με το Αμβούργο, όντας ο απόλυτος σούπερσταρ μακρυά από την πατρίδα του.
Το μακρινό 1956, όταν ο Σερ Στάνλεϊ Μάθιους κατακτούσε την πρώτη Χρυσή Μπάλα στην Ιστορία, ο Κέβιν Κίγκαν ήταν μόλις πέντε ετών και ζούσε με τους γονείς του στο Άρμθορπ κοντά στο Ντονκάστερ, εκεί όπου ο πατέρας του βρήκε δουλειά σε ένα ορυχείο. Κοντά του βρίσκονταν και οι θείοι του, Φρανκ και Νέλι, με τον πρώτο μάλιστα να του κάνει δώρο την πρώτη του ποδοσφαιρική μπάλα και να βάζει το νερό στ’ αυλάκι. Λίγο καιρό αργότερα ένα επιτυχημένο στοίχημα του πατέρα του σε ιπποδρομίες, θα του δώσουν και τα πρώτα του -μεταχειρισμένα- ποδοσφαιρικά παπούτσια, καθιστώντας πια το ποδόσφαιρο την αγαπημένη του, και μοναδική, ασχολία.
Παρά την «έγκαιρη» μύηση του στο άθλημα, ο μικρός Κέβιν δεν κατάφερε να ενταχθεί σε κάποια ακαδημία μέχρι τα 15 του χρόνια, έχοντας ισάριθμες αποτυχίες στα δοκιμαστικά του σε Κόβεντρι και Ντονκάστερ – αποτυχίες όχι απαραίτητα σχετιζόμενες με τα προσόντα του, αλλά παρ’ όλα αυτά αποτυχίες. Κάπως έτσι ο σκληροτράχηλος έφηβος δοκίμασε το ράγκμπι, το κρίκετ και την πυγμαχία, πριν ξαναπροσπαθήσει να παίξει ποδόσφαιρο για χάρη της Σκάνθορπ.
Έκανε ντεμπούτο στα 17 και μέσα σε λίγους μήνες τον παρακολουθούσε όλη η Πρώτη Κατηγορία. «Δεν είμαι ακόμα έτοιμος να παίξω τόσο ψηλά. Είμαι στην Τέταρτη Κατηγορία, εδώ αγωνίζομαι συνέχεια και περνάω καλά». Οι όποιες αντιρρήσεις του Κίγκαν κάμφθηκαν όταν τον εντόπισε ο Τζοφ Τουέντιμαν και έπεισε σε λίγες ώρες τον Μπιλ Σάνκλι να φέρει τον «μικρό» στη Λίβερπουλ. Ως τότε οι Μπόμπι Τσάρλτον και Τζορτζ Μπεστ της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ είχαν κατακτήσει κι αυτοί τη Χρυσή Μπάλα, ενώ και οι Μπίλι Ράιτ και Μπόμπι Μουρ των Γουλβς και Γουέστ Χαμ αντίστοιχα είχαν καταλήξει από μια φορά δεύτεροι.

Ο 20χρονος Κίγκαν, που ελάχιστες παραστάσεις είχε από μεγάλους αγώνες και διοργανώσεις, δεν στόχευε άμεσα τόσο ψηλά, όμως χρειάστηκε μόλις τρεις σεζόν στο Άνφιλντ για να κατακτήσει πρωτάθλημα, κύπελλο (FA Cup) και ευρωπαϊκό (Κύπελλο Κυπελλούχων). Μάλιστα σε αυτήν την τριετία, ο «άπειρος» Κέβιν πέτυχε 52 τέρματα, όντας δύο χρονιές πρώτος σκόρερ της ομάδας του. Παράλληλα καθιερώθηκε ως αστέρας πρώτου μεγέθους στην εθνική Αγγλίας.
Τότε, κάπως απροσδόκητα, άρχισαν τα προβλήματα. Τον Ιούνιο του 1974, σε ένα ταξίδι της εθνικής στη Γιουγκοσλαβία, ο Κίγκαν κατηγορήθηκε ότι παρενόχλησε μία αεροσυνοδό (φήμες λένε ότι κοιμόταν κατά την πτήση κι ο θύτης είναι άλλος) και μόλις το αεροπλάνο προσγειώθηκε στο Βελιγράδι, οι αρχές του αεροδρομίου τον ξυλοφόρτωσαν χωρίς προειδοποίηση (!), όσο αυτός περίμενε για τη βαλίτσα του. Μάλιστα λίγους μήνες αργότερα αναμείχθηκε σε ένα ακόμα βίαιο περιστατικό, όταν κατά τη διάρκεια του Τσάριτι Σιλντ (σημερινό Κομιούνιτι Σιλντ) ενάντια στη Λιντς, πρώτα χτυπήθηκε από τον Τζόνι Τζάιλς και ζήτησε από τον διαιτητή να χαρίσει την κόκκινη στον αντίπαλο, πριν τη δεχθεί ο ίδιος, μαζί με τον Σκωτσέζο θρύλο Μπίλι Μπρέμνερ, όταν οι δύο τους ενεπλάκησαν σε ένα επικό… μπουνίδι μπροστά στα μάτια της Βασίλισσας Ελισάβετ Β΄, που βρισκόταν στις κερκίδες του Γουέμπλεϊ!

Η Λίβερπουλ εκείνη τη σεζόν (1974/75) έμεινε χωρίς τίτλο (πέραν του Τσάριτι Σιλντ) και αναδύθηκαν οι πρώτες φήμες ότι ο Κίγκαν ψάχνεται να φύγει για να αγωνιστεί στο εξωτερικό. Όταν αυτό έγινε τελικά δύο χρόνια αργότερα, οι «Κόκκινοι» είχαν κατακτήσει δύο σερί πρωταθλήματα, αλλά και δύο ευρωπαϊκά, ξανά το Κύπελλο Κυπελλούχων, αλλά και το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Σε μία μεταγραφή που κόστισε 500 χιλιάδες λίρες κι έσπασε τόσο το βρετανικό, όσο και το γερμανικό ρεκόρ, ποδοσφαιρικών αγοραπωλησιών, ο 26χρονος πια Άγγλος μετακόμισε στο Αμβούργο, που αγνοούσε για 15 χρόνια τον εγχώριο τίτλο, είχε όμως κατακτήσει μόλις το Κύπελλο Κυπελλούχων.
Ο Κίγκαν κατέφθασε στη γερμανική πόλη με την περίφημη περμανάντ του, «το χειρότερο κούρεμα στην ποδοσφαιρική ιστορία», όπως γράφτηκε τότε, αναγκάζοντας την ομάδα του να πουλήσει τον Ολλανδό Χορστ Μπλάκενμπουργκ, αγαπημένο παιδι της κερκίδας, αφού υπήρχε σχετικός κανονισμός που δεν επέτρεπε περισσότερους από δύο ξένους παίκτες στο ρόστερ (ο Κροάτης Ίβαν Μπούλιαν ήταν ο άλλος). «Μου έλειπαν τα δημητριακά που έτρωγα στην πατρίδα μου και η γλώσσα ήταν τόσο δύσκολη, που ήθελα να ουρλιάξω στους πωλητές. Μία φορά κατάφερα να αγοράσω χριστουγεννιάτικα φωτάκια το κατακαλόκαιρο. Έπρεπε να μετακομίσω στο Ίτζστεντ, έξω από το Αμβούργο, για να προσαρμοστώ επιτέλους», θα παραδεχθεί ο Άγγλος αστέρας.
Όπως μάλλον φαντάζεστε η πρώτη μισή σεζόν ήταν ιδιαίτερα καταστροφική. Το Αμβούργο ηττήθηκε από τη Λίβερπουλ στον διπλό τελικό του Ευρωπαϊκού Σούπερ Καπ με συνολικό σκορ 7-1, έχασε στην πρεμιέρα του πρωταθλήματος από την Ντούισμπουργκ με 5-2 και μέχρι τη χειμερινή διακοπή η ομάδα ήταν ήδη εκτός κυπέλλου κι Ευρώπης, με τον Κίγκαν να μετρά μόλις τέσσερα τέρματα. Κι εκεί που κάποιος νόμιζε ότι τα πράγματα δεν μπορούσαν να γίνουν χειρότερα, σε ένα φιλικό κατά τη χειμερινή προετοιμασία κόντρα στη Λούμπεκ, ο εκνευρισμένος με συμπαίκτες και αντιπάλους Άγγλος, γρονθοκόπησε έναν αντίπαλο και δέχθηκε τιμωρία οκτώ εβδομάδων, παίζοντας ξανά για το Αμβούργο τον Μάρτιο.

Ο γερμανικός σύλλογος τελικά τερμάτισε στη 10η θέση του πρωταθλήματος, χαμηλότερη των τελευταίων τεσσάρων ετών, και ο Κίγκαν άρχισε να θεωρείται σχεδόν αποτυχημένος. Κάπου εκεί όμως τα πράγματα άλλαξαν δραστικά. Στο υπόλοιπο μισό του 1978, ο Άγγλος μεσοεπιθετικός, υπό τις οδηγίες πια του αυστηρού Κροάτη προπονητή, Μπράνκο Ζέμπετς, εμφάνισε ένα διαφορετικό πρόσωπο και πήρε τον ρόλο του αδιαμφισβήτητου ηγέτη. Μέχρι τον ερχομό του 1979, σημείωσε έντεκα τέρματα και πέντε ασίστ με Αμβούργο και εθνική Αγγλίας, εδραίωσε από νωρίς την ομάδα του στην κορυφή της γερμανικής λίγκας, και σε μία απροσδόκητη τροπή των πραγμάτων, «πρόλαβε» να κατακτήσει τη Χρυσή Μπάλα, την πρώτη για Άγγλο παίκτη ύστερα από δώδεκα χρόνια!
Από εκεί και πέρα δεν υπήρχε γυρισμός. Ο Κίγκαν ήταν η απόλυτη ατραξιόν του Αμβούργου και μετά και τη μαθηματική κατάκτηση του πρωταθλήματος, πρώτο από το 1963 κι έπειτα, όλοι έπιναν νερό στο όνομά του. Οι οπαδοί του έστελναν λίστες με προμηθευτές των αγαπημένων του δημητριακών, οι συμπαίκτες του αγόραζαν φθηνό, αλλά ποιοτικό κρέας για τα σκυλιά του, ενώ σε μία «απονενοημένη» πράξη αγάπης, ο Γερμανός αμυντικός Πίτερ Χίντιεν έκανε και ο ίδιος περμανάντ τα μαλλιά του!
Πως αποφάσισε να γιορτάσει ο Κίγκαν αυτήν την επιτυχία; Λοιπόν ο εκκεντρικός Άγγλος ήταν ένα παιδί της εποχής του, μεγαλωμένος με τις μελωδίες των Beatles και ήδη φανερά επηρεασμένος στην… κουπ και το ντύσιμό του, αποφάσισε να κυκλοφορήσει ένα pop single (!), με τον τίτλο «Head Over Heels In Love». Το τραγούδι έγινε άμεση επιτυχία, ανέβηκε στη θέση «31» των βρετανικών τσαρτς και πούλησε περισσότερα από 200.000 δισκάκια στη Γερμανία. «Πραγματικά πιστεύω ότι το κομμάτι ήταν ωραίο. Το άκουγα συνέχεια εκείνη την εποχή», θα δηλώσει ο άλλοτε συμπαίκτης του στην εθνική Αγγλίας, Μικ Τσάνον.

Δίπλα στον θρυλικό Χορστ Χρούμπες, που είχε καταφθάσει στο Αμβούργο το καλοκαίρι του 1978, ο Κίγκαν πέρασε μία δεύτερη νιότη λίγο πριν πατήσει τα 30 χρόνια ζωής. Πριν την έναρξη της σεζόν 1979/80, ιστορικοί σύλλογοι όπως οι Γιουβέντους και Ρεάλ Μαδρίτης προσπάθησαν να δελεάσουν τον Άγγλο, όμως αυτός παρέμεινε πεισματικά στη Γερμανία, με τους οπαδούς να τον αποθεώνουν και να του δίνουν το προσωνύμιο «Σούπερ Ποντικός» (=Mighty Mouse), φόρο τιμής στον δημοφιλή υπερήρωα κινουμένων σχεδίων!
Οι Χρούμπες και Κίγκαν θα πετύχουν μαζί 42 γκολ, θα διεκδικήσουν ξανά ως το τέλος το γερμανικό πρωτάθλημα (το Αμβούργο τελικά θα τερματίσει 2ο) και θα φτάσουν ως τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Μάλιστα στον ημιτελικό της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης, οι Γερμανοί θα πέσουν πάνω στη Ρεάλ των Στίλικε, Ντελ Μπόσκε, Σαντιγιάνα και Κάνινγχαμ και στον πρώτο αγώνα θα ηττηθούν με κάτω τα χέρια με 2-0, με τα μέσα να τους δίνουν μηδαμινές πιθανότητες πρόκρισης. Ωστόσο στον επαναληπτικό στη Γερμανία, ο Κίγκαν και η παρέα του θα συντρίψουν τους Μαδριλένους με 5-1 στην «πιο επική ομαδική εμφάνιση που είχα τη χαρά να λάβω μέρος», όπως την περιέγραψε ο Άγγλος.
Δυστυχώς η ήττα από τη Νότιγχαμ Φόρεστ του Κλαφ στον τελικό (1-0) θα αφήσει μία γλυκόπικρη γεύση στον Κίγκαν, όπου ήδη είχε αρχίσει να έχει διαφωνίες με τον προπονητή του, τον Ζέμπετς, λόγω των σκληρών προπονήσεων, που πίστευε ότι θα τον κάψουν. Μικρή σήμασία βέβαια είχαν αυτά για τους ποδοσφαιρικούς «κριτές», στην προκειμένη το γαλλικό περιοδικό France Football, αφού ο Άγγλος θα κερδίσει κατά κράτος τον Καρλ-Χάιντζ Ρουμενίγκε, νικητή των δύο επόμενων τίτλων, και θα κατακτήσει μια δεύτερη συνεχόμενη Χρυσή Μπάλα, κάτι που ως τότε είχε καταφέρει μόνο ο τεράστιος Γιόχαν Κρόιφ!

«Είναι δύσκολο να πεις πως τα κατάφερε. Ήταν ένας εκκεντρικός τύπος, που είχε καταφθάσει στο Αμβούργο για πολλά λεφτά. Οι συμπαίκτες του δεν τον συμπαθούσαν, δεν του πάσαραν την μπάλα και έλεγαν στον προπονητή πως αν βάλει τον μικρόσωμο Άγγλο, αυτοί προτιμούν να μην παίξουν. Τον ζήλευαν γιατί η μισθολογική διαφορά ήταν χαώδης για την εποχή. Έγινε όμως βασιλιάς. Μαζί με τον Κίγκαν ξεκίνησε η χρυσή εποχή του Αμβούργου», θα δηλώσει ο θρύλος του γερμανικού συλλόγου, και ποδοσφαίρου γενικότερα, Φέλιξ Μάγκατ.
Παρά τη δεδομένη λατρεία στο πρόσωπό του, ο τελικός απέναντι στη Νότιγχαμ Φόρεστ αποτέλεσε το κύκνειο άσμα του Κίγκαν στο Αμβούργο. Αυτήν τη φορά Γιουβέντους και Μπαρτσελόνα έριζαν για την υπογραφή του, όμως η επιθυμία της γυναίκας του, Τζιν, για επαναπατρισμό τον ώθησε σε μία αναπάντεχη κίνηση, αφού ο Άγγλος αστέρας μεταγράφηκε στη Σαουθάμπτον του Λόρι ΜακΜένεμι, όταν η Λίβερπουλ αποφάσισε να μην τον φέρει ξανά στο Άνφιλντ παρά τη σχετική ρήτρα στο συμβόλαιό του.

Πολλοί θα πουν ότι οι Χρυσές Μπάλες του Κέβιν Κίγκαν είναι κάπως ιδιαίτερες. Στην πρώτη εκμεταλλεύτηκε την απουσία μεγάλων αστέρων, αλλά και την αυξανόμενη δημοφιλία της γερμανικής λίγκας, ενώ αρκεί να πούμε πως η πρώτη τριάδα εκείνης της σεζόν, Κίγκαν, Κρανκλ και Ρέζενμπρινκ, δεν είχαν καν αγωνιστεί στο Κύπελλο Πρωταθλητριών της σεζόν 1977/78. Στη δεύτερη ωστόσο ο Άγγλος αναδείχθηκε σχεδόν καθολικά, με τον Ρουμενίγκε να είναι μισό βήμα πριν το απόγειο της καριέρας του.
Όπως και να ‘χει, ο «Σούπερ Ποντικός», ο υπερήρωας των αγγλικών και γερμανικών γηπέδων, κατάφερε κάτι μοναδικό τότε και απέδειξε πως παρά τα κουρέματα, τις μπουνιές, και τα τραγούδια του, πάνω απ’ όλα ήθελε απλά να παίζει ποδόσφαιρο…


















